The Screening Schedule will be announced shortly.


The full Screening Schedule with film details is displayed here. The countdown to the 32nd Panorama of European Cinema has just begun!



Η.Π.Α./U.S.A., 2012, εγχ./col.

Σκην./Dir.: Larry Clark. Σεν./Scr.: Larry Clark. Φωτ./Cin.: David Newbert. Μοντ./Ed.: Affonso Goncaves. Μουσ./Mus.: Bobby Johnston. Ηθ./Cast: Adam Mediano, Drake Brunnete, Jeremy St. James, Mary Farley. Παρ./Prod.: Adam Sherman. Διάρκεια/Dur.: 105΄.

The film follows Adam, a confused 16-year-old boy, in the days surrounding his sixteenth birthday. It details his relationships and interactions with the other inhabitants of the small Texas town, including his 16-year-old girlfriend Inez, his 23-year-old neighbor Donna who attempts to seduce him as a sixteenth birthday present and a newly arrived local artist who also seeks to be involved with him.


Η.Π.Α./U.S.A., 2011, μ/α./b&w.

Σκην./Dir.: Alex Ross Perry. Σεν./Scr.: Carlen Altman, Alex Ross Perry. Φωτ./Cin.: Sean Price Williams. Μοντ./Ed.: Alex Ross Perry. Μουσ./Mus.: John Bosch. Ηθ./Cast: Carlen Altman, Alex Ross Perry, Kate Lyn Sheil, Bob Byington. Παρ./Prod.: Alex Ross Perry, Bob Byington. Διάρκεια/Dur.: 83΄.

JR breaks up with her professor-mentor. She then convinces her neurotic brother on a road trip to her ex's home, in order to take back her things. Through tragicomic situations, the relationship of the two siblings will be tested.



Η.Π.Α./U.S.A., 2010, εγχ./col.

 Σκην./Dir.: Lena Dunham. Σεν./Scr.: Lena Dunham. Φωτ./Cin.: Jody Lee Lipes. Μοντ./Ed.: Lance Edmands. Μουσ./Mus.: Teddy Blanks. Ηθ./Cast: Lena Dunham, Laurie Simmons, Grace Dunham, Rachel Howe. Παρ./Prod.: Kyle Martin, Alicia Van Couvering. Διάρκεια/Dur.: 98΄.

After graduating from college, Aura moves back in New York City to live with her mother and her sister. Things back home have changed though and getting her life straight seems to be a difficult task. “Tiny Furniture” comes from the star/creator of the successful HBO  series “Girls”


tiny furniture2

Films such as “The Black Swan” or the more recent one “Drive” can certainly be considered samples of independent American cinema. Their creators had to take great risks in order to make them and had to endure a great deal of pressure in order to win, in the end, the trust of both audience and critics.  

However, there is also another independent cinema. The one that owes its existence to digital technology (even if some filmmakers fanatically insist on film – even the cheap one of 16mm) and the creative freedom that it offers. Movies that cost no more than a blockbuster’s single shot are released in very few cinemas while some of them get discovered years later.

Call it DIY or call it Indie, reject it or embrace it as hip, this cinema has got voice and substance. From the crowdfunded Girl Walk: All Day, that managed to raise more than 20.000 dollars while it also contributed to the hipster generation (and beyond) a new musical genre, up to Lena Dunham’s Tiny Furniture, which positioned on the map a director who stunned viewers and critics with the series Girls (HBO), this filmmaking can be but valuable


tiny furniture2  

The real father of independent cinema in America is John Cassavetes who, in 1959, with his film “Shadows” contributed a bebop diamond and proved that cinema can relate to real and recognizable people, and that it exists in order to pose questions and demonstrate problems, but not necessarily to provide solutions (something that some people, quite erroneously, expect from a piece of art).Beyond Cassavete’s gruff filmmaking, young American directors also owe a lot to the French Nouvelle Vague as well as to directors like Jean Luc Godard, Francois Truffaut and Jacques Demy who, winking at their audience, proved that when it comes to filmmaking, anything goes. Even more directly, the thing that urged many of the young ones to buy the first camera they found and roam the streets had been the outburst of independent cinema during the 80s and the 90s, directors such as Jim Jarmusch, Quentin Tarantino, Hal Hartley and Richard Linklater, as well as producers like Harvey Weinstein, who believed that a different kind of cinema is not only possible but also necessary.

I am not sure whether friends make history but they definitely make cinema. It is in this way that American directors work nowadays as they either don’t want or can’t count on big studios. No matter where you look in the American cinematic landscape you will see groups and collectives.From directors of the mumblecore genre which appeared in the beginning of the millennium and recorded the everyday words of ordinary heroes, up to the Court 13 Collective which gave us the Beasts of the Southern Wild and made it to the Oscars, cinema is certainly a collective thing and in America they seem to have realized this years now.Digital technology has certainly helped but a main factor has been the creators’ need for expression, the eagerness and the “here-and-now” of many – cinema-crazed – young people who demand that the films speak their language and embraces their joys and impasses.They have transferred filmmaking from the studios to their homes and their favourite streets. They are creators that stay away from vain declarations, who do not necessarily want to change the world nor cinema. They just claim a cinema that relates to them. A cinema that’s their very own and it happens now. 

                                                                                                                                                                  Yannis Korres


dawn of the dead

Η ταινία τρόμου αποτελεί ένα υποτιμημένο και παρεξηγημένο είδος. Είτε διότι κάποιοι το κατατάσσουν αμέσως σε μία κατηγορία πιο κάτω από το υπόλοιπο σινεμά, είτε διότι το μεγαλύτερο μέρος των οπαδών του αγκαλιάζει μόνο αισθητικά το σκοτάδι και το αίμα και όχι ουσιαστικά. Εδώ όμως υπάρχουν τα εξής ερωτήματα: Πώς αλλιώς θα μπορούσε ο κινηματογράφος να εικονοποιήσει την πολιτική και κοινωνική βία στα καταναλωτικά 70ς αν όχι μέσα από το αιματοκύλισμα του Dawn of the Dead του Ρομέρο; Πώς αλλιώς να δείξεις την βία της μοναξιάς αν όχι με τον αγωνιώδη τρόμο του Audition του Μίικε; Πώς να δεις τον πόλεμο του Βιετνάμ ως μία υπόθεση πολύ προσωπική, βαθιά μέσα στον αμερικάνικο ψυχισμό και όχι στην άλλη άκρη του κόσμου αν όχι μέσα από το The Last House on the Left του Κρέιβεν; Υπάρχει άλλος δρόμος προς το υποσυνείδητο, πιο τρομακτική αποτύπωση της θέλησης για δύναμη, πιο αντάξια του Μαρκησίου Ντε Σαντ αποτύπωση της σεξουαλικότητας από το Hellraiser του Μπάρκερ; Οι ταινίες φρίκης περιορίζονται στο αίμα μόνο για όσους δεν θέλουν να δουν πιο πέρα. Στην πραγματικότητα αποτελούν την πιο ειλικρινή και απενοχοποιημένη έκφραση του ανθρώπινου ψυχισμού και της εκάστοτε πολιτικοκοινωνικής φάσης. Είναι στην ουσία εκφραστές των φόβων της εποχής τους (και της εποχής μας). Και ο ρόλος τους είναι να μας θυμίζουν ότι υπάρχουν λόγοι να φοβόμαστε αλλά και να λειτουργούν ως εκτόνωση των φόβων μας.

Γιάννης Κορρές


Ο νεο-ναζισμός Δεν είναι νεο-φασισμός που, αναλόγως, Δεν είναι εθνικισμός, ο οποίος σαφώς Δεν είναι φονταμενταλισμός κ.ο.κ.. Ανεξαρτήτως πως όμως, η εκάστοτε πολιτική ιδεολογία αν και ονοματίζεται βάσει των εξαγγελιών της δεν παύει να κατατάσσεται στην κοινωνική συνείδηση κατά την ποιότητα και χρήση των μεθόδων της. Πάραυτα ο νεο-ναζισμός καθίσταται απόλυτα επικίνδυνος καθώς, σε πρώτη ματιά, κρύβεται ή μεταμφιέζεται επιμελώς μέσα σε συνήθεις λειτουργίες και θεσμούς. Ομοίως ο Νεοναζισμός στο σινεμά εντοπίζεται, όπως ακριβώς και στη ζωή... παντού και πάντα. Βρίσκεται πίσω από μικρά, «αθώα», καθημερινά εγκλήματα ή αδικίες που όλοι επιτρέπουμε στον εαυτό μας να ανεχθεί, είτε επί εμάς των ιδίων είτε επί τρίτων, συνήθως των πλέον αδύναμων να αμυνθούν (Ανθρωποκτονία, Romper Stomper). Παρατηρείται σε έξαρση παράλληλα με την έλλειψη παιδείας, την απουσία γνώσης και την ανυπαρξία εκπαίδευσης μιας –ευπαρουσίαστα, μα σαθρά- οργανωμένης κοινωνίας και ανταγωνίζεται, σε κλίμακα ηθικής φθοράς, προβλήματά της όπως η ανεργία, η φτώχεια ή η εγκληματικότητα (Μαθήματα Αμερικάνικης Ιστορίας, Τα μήλα του Αδάμ). Φύεται μονίμως υπό τις ανεπίσημες «ευλογίες» ή με την ενθάρρυνση του οιουδήποτε κρατικού μηχανισμού και ακμάζει με τη σιωπηλή ανοχή του καθενός μας, κάθε φορά που αμελούμε -ηθελημένα ή μη- να λάβουμε στάση αρμόζουσα της ανθρώπινής μας υπόστασης (Αυτή είναι η Αγγλία, Μαθήματα ζωής). Τέλος κατοικοεδρεύει όπου οι απόπειρες εξάλειψής του περιορίζονται στην επιδεικτική αδιαφορία, τον προκλητικό «εξορκισμό» ή την βίαιη καταστολή και όχι στην συνειδητοποίηση, την κατανόηση και την εξυγίανση των αιτιών οι οποίες τον προκαλούν.

Παναγιώτης Γιαννέλης

Ο νέος, με πολιτική συνείδηση, κυπριακός κινηματογράφος αρχίζει ν’ αναπτύσσεται στη δεκαετία του ’70. Ένας κινηματογράφος που οφείλει την εμφάνισή του στα πολιτικά γεγονότα που σημαδεύουν στην περίοδο αυτή το νησί: τη σωστή λειτουργία του Συντάγματος, με τις διάφορες εθνικιστικές ομάδες (Ελληνοκυπριακές και Τουρκοκυπριακές) να προσπαθούν να επιβάλουν διαίρεση του νησιού, την επιβολή της χούντας στην Ελλάδα, και την Τουρκία να εισβάλλει στην Κύπρο, καταλαμβάνοντας το 40% των εδαφών, διώχνοντας 200.000 Ελληνοκυπρίους που ζούσαν εκεί και προκαλώντας, με την de facto διαίρεση του νησιού, ένα άλυτο, μέχρι στιγμής, πολιτικό πρόβλημα.

Η ιστορία των ταραγμένων αυτών χρόνων εμπνέει μια σειρά νέους Κυπρίους κινηματογραφιστές, που είτε εργάζονταν στην κυπριακή τηλεόραση είτε επέστρεφαν από σπουδές στο εξωτερικό, να δημιουργήσουν τόσο ντοκιμαντέρ όσο και ταινίες μυθοπλασίας. Η σημαντικότατη προσφορά τους γίνεται αρχικά μέσα από μια σειρά εξαιρετικών ντοκιμαντέρ που καταγράφουν το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή, ανάμεσά τους το «Αργάκι» και «Αγνοείται η τύχη τους» του Ανδρέα Κωνσταντινίδη, «Καρπασίτης» του Άδωνη Χριστοφόρου, και το κορυφαίο ίσως της σειράς «Η Χαρίτα Μάντολες στέκεται δίπλα μου», σκηνοθετημένο από τον σπουδαγμένο στη σχολή της Μόσχας Χρίστο Σιοπαχά. Παράλληλα, ο Μιχάλης Κακογιάννης γυρίζει το μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ, «Αττίλας ’74», οι Θέκλα Κίττου και Λάμπρος Παπαδημητράκης παρουσιάζουν το «Κύπρος, η άλλη πραγματικότητα», ενώ επίσης ξεχωρίζουν τα «Νεκατωμένοι αέρηδες» (1984) του Γιάννη Ιωάννου, «Τριμίθι, μια αναπαράσταση με λέξεις» (1988) του Ανδρέα Πάντζη, και «Το τείχος μας» (1993) του Πανίκου Χρυσάνθου.

Our Wall 1b

Στις μεγάλου μήκους ταινίες μυθοπλασίας, πρώτος ο Ανδρέας Πάντζης με το «Ο βιασμός της Αφροδίτης» (1985), παρουσιάζει την τραγωδία της Κύπρου μέσα από την επιστροφή ενός Κύπριου μετανάστη στο νησί μετά την τουρκική εισβολή, για ν’ αναζητήσει τη γυναίκα και το παιδί του. Στη μετά την εισβολή Κύπρο εκτυλίσσεται και το επόμενο του φιλμ «Η σφαγή του κόκορα» (1996), όπου δυο Κύπριοι, μετά από χρόνια στο εξωτερικό, επαναπατρίζονται στην Κύπρο για να ανοίξουν καμπαρέ.

Αντιστοίχως, με την τραγωδία του νησιού ασχολήθηκε κι ένας αριθμός γυναικών σκηνοθετών όπως η Αλίκη Δανέζη-Knutsen που στο «Δρόμοι και πορτοκάλια» (1996), αφηγείται την περιπέτεια δυο νεαρών κοριτσιών, αδερφών, που ξεκινούν ένα ταξίδι στην Τουρκία, πιστεύοντας ότι εκεί βρίσκεται ο πατέρας τους.

Στην Κύπρο, την περίοδο της Αγγλοκρατίας, εκτυλίσσεται η επόμενη ταινία του Ανδρέα Πάντζη, «Το τάμα» (2001). Ένα επικό road- movie, όπου ένας χωριάτης ξεκινά από την Πάφο με το γαϊδουράκι του, για να εκπληρώσει το τάμα του στο μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα, στην άλλη άκρη του νησιού.


Ο Χρίστος Σιοπαχάς στο «Η κάθοδος των εννέα» (1984), διασκευή της νουβέλας του Θανάση Βαλτινού, περιγράφει, μέσα από κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, την οδύσσεια μιας ομάδας κυνηγημένων ανταρτών να φτάσουν στη θάλασσα και την ελευθερία. Ενώ στην, γυρισμένη επί Κυπριακού εδάφους, ταινία του «Κόκκινη Πέμπτη» (2003) αφηγείται σκηνές από τη ζωή ενός Ελληνοκυπρίου που κάνει λαθρεμπόριο στα κατεχόμενα.


Το 2006, ο ντοκιμαντερίστας Πανίκος Χρυσάνθου στρέφεται στην μυθοπλασία με το «Ακάμας», για να καταπιαστεί με το θρησκευτικό και φυλετικό ρατσισμό αλλά και την ειρηνική συμβίωση. Ο Μαρίνος Καρτίκκης, στην ταινία του, «Μέλι και κρασί» (2006) ασχολείται με τη σχέση φιλίας που αναπτύσσεται ανάμεσα σε δύο γυναίκες διαφορετικής ηλικίας. Ενώ το «Κάτω από τ’ άστρα» (2001) του Χρήστου Γεωργίου παρακολουθεί ένα ζευγάρι που προσπαθεί να κάνει λαθρεμπόριο με τους Τούρκους στα κατεχόμενα. Στην πιο πρόσφατη ταινία του, «Μικρό έγκλημα» (2009), γυρισμένη σ’ ένα νησί του Αιγαίου, ο Γεωργίου φτιάχνει μια διασκεδαστική, με μπόλικα γκαγκ, κωμωδία, γύρω από έναν αστυνομικό, σε απομακρυσμένο νησί του Αιγαίου, που προσπαθεί να εξιχνιάσει ένα μυστηριώδη θάνατο. Τέλος αξίζει να αναφερθεί το “Guilt” (2009) του Βασίλη Μαζωμένου, ταινία βουτηγμένη σε καφκική ατμόσφαιρα που μνημονεύει την Κυπριακή ιστορία πενήντα χρόνων, μέσα από τους εφιάλτες ενός εμπόρου όπλων.

Νίνος Φένεκ Μικελίδης


O Τζεμπάρ, φτωχός αμαξάς και πολύτεκνος οικογενειάρχης σε χαμόσπιτο των Αδάνων, αφού χάνει το δίκιο και τη δουλειά του μετά από ένα ατύχημα που του στοίχισε ένα άλογο, εναποθέτει το μέλλον του στην εύρεση ενός δήθεν θαμμένου θησαυρού. Μέρα-νύχτα σκάβει, διακινδυνεύοντας τα λογικά του. Είναι η “Ελπίδα” που τον κρατά ζωντανό σε τούτη την πρώτη σπουδαία ταινία του Γιλμάζ Γκιουνέι, παραγωγής 1970, η ίδια που διατρέχει και όλο το ανήσυχο, εκτός κυρίαρχου κυκλώματος τούρκικο σινεμά έκτοτε. “Ελπίδα” θα μπορούσε να είναι και ο γενικός τίτλος του αφιερώματος στη γειτονική μας αυτή κινηματογραφία που δείχνει να ωριμάζει θαυμαστά τα τελευταία χρόνια. Την κουβαλά η οικογένεια κτηνοτρόφων στο επεισοδιακό της σιδηροδρομικό ταξίδι από την βαθιά τουρκική ανατολή στην Αγκυρα - η αλλιώς από την ασθμαίνουσα φεουδαρχία στον υπό έγερση καπιταλισμό – στο αξέχαστο “Κοπάδι” (1978), ένα σύγχρονο “eastern”,σε σενάριο του φυλακισμένου τότε Γκιουνέι και σκηνοθεσία του Ζεκί Οκτέν. Τη φέρουν οι δυο πιτσιρικάδες του “Ταξιδιού στον ήλιο” της Γιεσίμ Ουστάογλου, ο ένας Τούρκος και ο άλλος Κούρδος, καθώς αγωνίζονται να επιβιώσουν στα μίζερα παρασόκακα της Πόλης. Την εκφράζουν, σιωπηλά και ανεπιτήδευτα, τα τσεχοφικά πρόσωπα της επαρχιακής τοιχογραφίας του Νουρί Μπιλγκέ Τζειλάν “Τα σύννεφα του Μάη”(1999), την υπαινίσσεται και το αποξενώμένο, αιχμάλωτο μέσα στο αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου, αντονιονικό ζευγάρι των μετέπειτα “Κλιμάτων αγάπης” του (2006). Με την ελπίδα να τρυπήσουν τα δίχτυα της πνιγηρής τους ύπαρξης ζούν και η κακοποιημένη από τον ίδιο της τον πατέρα “Εκπτωτος άγγελος” του Σεμίχ Καπλάνογλου (2004), τα μέλη της εκτεταμμένης επαρχιακής φαμίλιας του “Summer book” του πρόωρα χαμένου Σειφί Τεομάν (2008), ο έγκλειστος στον μικροαστισμό του πατέρα-αφέντη του νεαρός εκπρόσωπος της “Πλειοψηφίας της σιωπής”, από τις πολυβραβευμένες ταινίες του 2010 που αδικαιολόγητα πέρασαν απαρατήρητες στη χώρα μας , σε σκηνοθεσία του πολλά υποσχόμενου Σερέν Γιουτζέ, καθώς και η ταγμένη σε έναν ηλικιωμένο άνδρα νεαρή νύφη του “Night of silence” του Ρείς Τσελίκ, από τα σπουδαία δείγματα της φετινής τουρκικής παραγωγής.

Ρόμπι Εκσιέλ

Η Ταινιοθήκη της Ελλάδος σε συνεργασία με το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Εφαρμοσμένης Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και το Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου, εγκαινιάζει την πρώτη ενότητα ενός νέου κύκλου προβολών με θέμα την ελληνική διασπορά στον κινηματογράφο.


Η αναδρομή σε σκηνοθέτες ελληνικής καταγωγής που κυρίως λόγοι πολιτικοί και οικονομικοί, τους εξανάγκασαν στην μετανάστευση, παραπέμπει στη σύγχρονη πραγματικότητα, που οδηγεί τους νέους μας σκηνοθέτες στον ίδιο δρόμο. Στο πλαίσιο της σύγχρονης τάσης “επανανακάλυψης” των διπλών ταυτοτήτων, τόσο η πρόταση για μια νέα ανάγνωση καταξιωμένων σκηνοθετών (Καζάν, Παπατάκης, Κασσαβέτης, Μανθούλης), όσο και η επανανακάλυψη του σημαντικού Άδωνι Κύρου, γνωστού στη χώρα μας μόνο για το μεταφρασμένο στα ελληνικά βιβλίο του Ο Σουρρεαλισμός στον κινηματογράφο και την ταινία του Το μπλόκο, αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.


Δύο εκδηλώσεις πλαισιώνουν το αφιέρωμα: Μία συζήτηση στρογγυλής τραπέζης με αφορμή τα γενέθλια του γαλλικού κινηματογραφικού περιοδικού Le Positif παρουσία του εκδότη του και κριτικού κινηματογράφου Michel Ciment, κι ελληνικών ακαδημαϊκών. Μία παρουσίαση του άγνωστου κινηματογραφικού έργου του Άδωνι Κύρου από την κα Λίτσα Μπουδαλίκα, σκηνοθέτιδα και λέκτορα στο Τμήμα Τεχνών του Θεάματος στο Πανεπιστήμιο Paris- Ouest Nanterre.

Μαρία Κομνηνού
Γεν. Γραμ. Δ.Σ. Ταινιοθήκης της Ελλάδος
Αν. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών

Ενόσω περνάει ο καιρός, ο Μπαντ Οσκαρ Μπέτικερ (1916-2001), ένας μοναχικός, παραμελημένος την εποχή του σκηνοθέτης, γίνεται ολοένα και πιο γνωστός, με αποτέλεσμα το έργο του να θαυμάζουν σήμερα σκηνοθέτες όπως ο Μάρτιν Σκορσέζε και ο Κλιντ Ιστγουντ. Στα έξι συναρπαστικά γουέστερν που γύρισε στη δεκαετία του ’50, και που προβάλλονται σ’ αυτό το αφιέρωμα, όλα με πρωταγωνιστή τον Ράντολφ Σκοτ, ο Μπέτικερ εκμεταλλεύτηκε τους ανοιχτούς, βραχώδεις, αφιλόξενους χώρους της αμερικανικής Δύσης, για να τοποθετήσει τις απλές, πάντα θαυμάσιες ιστορίες του (συχνά σε σενάριο του Μπαρτ Κένεντι), που, παρά το χαμηλό κόστος τους, κατάφερνε να τους δίνει το εύρος και την ομορφιά των καλύτερων ταινιών Α’ κατηγορίας του είδους. 

Comanche Station

Ο Μπάντ Μπέτικερ έζησε τα εφηβικά του χρόνια στο Μεξικό και το 1941 εργάστηκε στην ταινία του Ρούμπεν Μαμούλιαν Αίμα και άμμος ενώ από το 1944 αρχίζει να σκηνοθετεί ο ίδιος. Εκτός από τις ενδιαφέρουσες αστυνομικές ταινίες (στο πνεύμα του φιλμ νουάρ), που γυρίζει στις δεκαετίες του ’40 και ’50, ο Μπέτικερ σκηνοθετεί και ένα αριθμό γουέστερν με τον Ράντολφ Σκοτ, που αποδεικνύουν το μεγάλο του ταλέντο και την επιτυχία του στη δημιουργία ολοκληρωμένων χαρακτήρων. Τα γουέστερν αυτά, γυρισμένα στην περίοδο 1956-1960, αποδεικνύονται σήμερα από τα καλύτερα παραδείγματα κλασσικού γουέστερν και το όνομα Μπέτικερ παίρνει θέση πλάι σ’ εκείνο του Χάουορντ Χοκς, του Άντονι Μαν ή του Ντέλμερ Ντέιβς. Το 1956 γυρίζει το εξαιρετικό γουέστερν, Η συμμορία των επτά δολοφόνων (Seven Men From Now), που έκανε τον Γάλλο κριτικό Αντρέ Μπαζέν να το χαρακτηρίσει το πιο απλό και όμορφο γουέστερν που γυρίστηκε μεταπολεμικά στην Αμερική. Το γουέστερν αυτό σημαδεύει τη συνεργασία του Μπέτικερ με τον Ράντολφ Σκοτ, ηθοποιό που φυσιογνωμικά αλλά και γενικά σε τρόπο συμπεριφοράς και ομιλίας, συγγένευε με τους θρυλικούς ήρωες της Άγριας Δύσης. Πρωταγωνιστής στα γουέστερν του Μπέτικερ είναι ο μοναχικός ήρωας που τον βλέπουμε, στο τελευταίο πάντα πλάνο, μόνο να εγκαταλείπει, καβάλα στο άλογό του, την πόλη στην οποία καταφθάνει στην αρχή της ταινίας, έχοντας στο μεταξύ βοηθήσει τους αδύναμους και να βάλει κάποια τάξη στις παράνομες πόλεις των συνόρων. Μοναχικός καβαλάρης, σύμβολο του τυχοδιώκτη Αμερικανού που κατάφερε να «δαμάσει» την Άγρια Δύση, ο «μπετικερικός» ήρωας κινείται συνήθως από εκδίκηση για τη δολοφονία της γυναίκας του και την εξόντωση των δολοφόνων της, παραμένοντας, ταυτόχρονα, πιστός όχι μόνο στους κανόνες του είδους αλλά και στους κανόνες τιμής και μιας συγκεκριμένης ηθικής, που κυριαρχούσαν στα γουέστερν της τότε δεκαετίας.

the tall t

Το ενδιαφέρον στα γουέστερν αυτά του Μπέτικερ (Η συμμορία των 7 δολοφόνων, The Tall T, Decision at Dawn, Buchanan Rides Alone, Comanche Station, Ride Lonesome) είναι το ταξίδι του ήρωα και οι συναντήσεις του με διάφορους χαρακτήρες, βασικά «κακούς» αλλά με ενδιαφέροντα ανθρώπινα στοιχεία. Οι κακοί του Μπέτικερ δεν μοιάζουν με τους κακούς των περισσότερων γουέστερν: το χιούμορ τους, ο τρόπος με τον οποίο δέχονται τους κανόνες του παιχνιδιού (με επιστέγασμα συνήθως την τελική αναμέτρηση που καταλήγει στον θάνατό τους) μας δίνει την ευκαιρία να εμβαθύνουμε στους χαρακτήρες τους και να γνωρίσουμε την ανθρώπινη πλευρά τους. Ο Λι Μάρβιν στη Συμμορία των 7 δολοφόνων, ο Ρίτσαρντ Μπουν και ο Σκιπ Χομάϊερ στο The Tall T, οι Περνέλ Ρόμπερτς και Τζέιμς Κόμπερν στο Ride Lonesome, o Κρεγκ Στίβενς στο Buchanan Rides Alone, ο Κλoντ Έικινς και ο Ρίτσαρντ Ραστ στο Comanche Station, είναι χαρακτήρες που παίρνουν ξεχωριστή θέση στην πινακοθήκη των τύπων του Φαρ Ουέστ.

Νίνος Φένεκ Μικελίδης

buchanan rides alone